12 Ιαν 2016

Μια Άλωση διαρκείας και οι τζάμπα μάγκες..



0

Σε  STa προηγούμενα άρθρα έχουμε περιγράψει το ρόλο που παίζει η Λογική Σκέψη και λειτουργία ( αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα σε δύο καταστάσεις) στη ζωή μας αλλά και τον τρόπο που η λογική όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με Τον Θεικό Λόγο αλλά εκπορεύεται από Αυτόν. Επίσης, αναφερθήκαμε στον αντικειμενικό σκοπό που έχει η μελέτη της Ιστορίας ως Επιστήμης, όπως την διατύπωσε ο μπαμπάς της ο Θουκυδίδης. Είναι πολύ γνωστό άλλωστε και στο ίδιο μήκος κύματος το απόφθεγμα του Ισπανοαμερικανού φιλοσόφου, George Santayana (1863 – 1952) “Όποιος δεν θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει.” Σήμερα λοιπόν θα προβληματιστούμε πάνω σε μια άλλη θεοσκότεινη κι αραχνιασμένη γωνιά της ιστορίας μας που δυστυχώς την ξαναζούμε..
Αν κάποιος ανατρέξει στην Ιστορία για να ενημερωθεί για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης του 1204 από τους Φράγκους θα πέσει πάνω σε περιγραφές ενός εγκλήματος, «του μεγαλυτέρου εγκλήματος στην ανθρώπινη Ιστορία» όπως ισχυρίστηκε ο αείμνηστος ιστορικός Sir Steven Runciman, ένας πραγματικός λάτρης και ίσως ο κορυφαίος μελετητής της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για να την πούμε με τα όνομά της, κι όχι με τον όρο «Βυζαντινής» που είναι μεταγενέστερος. Διαβάζοντας βέβαια για ένα έγκλημα είναι λογικό ο αναγνώστης να νιώθει απέχθεια για τον θύτη και συμπάθεια για το θύμα. Αν τώρα τυγχάνει ο αναγνώστης να είναι και Νεοέλλην, τότε η απέχθεια γίνεται μίσος. Είναι κι αυτό λογικό. Άλλωστε, έχουμε από χρόνια εθιστεί στο να βλέπουμε τα πράγματα μαύρα ή
άσπρα. Ο εγκεφαλικός μας επεξεργαστής λειτουργεί περισσότερο με ποδοσφαιρικές λογικές του «φάγαμε τεσσάρα στην έδρα μας» και όχι με αθλητικές λογικές, που είναι και στ αλήθεια λογικές γιατί και ο πραγματικός αθλητισμός είναι Επιστήμη, «ήτανε καλύτεροι από εμάς και μας κερδίσανε». Σήμερα θα δούμε και κάποιες αποχρώσεις του γκρί..
Εμπνευστής της 4ης Σταυροφορίας ήταν ο πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄ με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους. Στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκε η μεσαιωνική βορειοδυτική Ευρώπη στέλνοντας το άνθος του ιπποτισμού της. Τα «λουλούδια» αυτά φυσικά, δεν ήτανε οι όμορφοι και ηθικοί χριστιανοί άντρες σε αστραφτερές πανοπλίες που βλέπουμε στα παραμύθια και στις ταινίες με τη φάτσα του Antonio Banderas..Ήτανε το κατακάθι του βρώμικου βαρελιού μιας θρησκόληπτης Ευρώπης, κοινοί κακοποιοί και ληστές, τυχοδιώκτες δίχως αύριο στον τόπο τους, αρπακτικά κάθε είδους που μυρίστηκαν συμφέρον και το έκρυψαν κάτω απ το μανδύα του σταυρού..Για να μεταφερθούν βέβαια οι 20.000 άντρες που μαζεύτηκαν ήθελε καράβια, και τόσα καράβια είχε μόνο η γαληνοτάτη δημοκρατία ( από τότε μας ταλαιπωρούν τέτοιες δημοκρατίες ) της Βενετίας. Όπως και τώρα, σ ένα καράβι για να μπεις θέλεις ναύλα, κι επειδή ναύλα δεν υπήρχαν, έγινε μια συμφωνία να χτυπήσουν οι σταυροφόροι μια χριστιανική πόλη στην Αδριατική που έμπαινε στο μάτι της ( γαληνοτάτης ) δημοκρατίας, η Ζάρα, και από τα κλοπιμαία να πληρωθούν τα ναύλα, όπως κι έγινε..
Εδώ αρχίζει και η συμμετοχή του θύματος στο φόνο του. Εκεί, στα ερείπια της Ζάρα ήρθε και βρήκε τους σταυροφόρους ο Ρωμιός έκπτωτος πρίγκιπας Αλέξιος, του οποίου ο πατέρας, ο Ισαάκιος Άγγελος είχε εκθρονιστεί και τυφλωθεί απ τον αδερφό του , Αλέξιο Γ ( τέτοια ωραία γινότανε στη Ρωμαική Αυλή ευτυχώς τότε και μόνο ). Έκανε λοιπόν την πρόταση ο Αλέξιος στους σταυροφόρους να παρακάμψουν το δρόμο τους και να περάσουν απ την Πόλη για να ενθρονίσουν τον ίδιο ως Αυτοκράτορα με αντάλλαγμα μεταξύ των άλλων, την υποταγή της Ορθόδοξης στην Καθολική εκκλησία και 200.000 μάρκα! Το «μνημόνιο» αυτό υπεγράφη το 1203 στην Κέρκυρα.
Τώρα, τι δυνάμεις είχε τότε στην Κωνσταντινούπολη ο Αλέξιος ( αυτός που είχε σφετεριστεί το θρόνο. Θα τον λέμε Αλέξιος ο Δειλός αυτόν ) για ν αντιμετωπίσει αυτή την ληστρική εταιρία των 20,000 καθαρμάτων? Είχε 50,000 χιλιάδες μισθοφορικό στρατό, είχε πλούτο όσο όλη η Ευρώπη μαζί δε συγκέντρωνε, είχε τα πιο ισχυρά τείχη του τότε κόσμου, που οι ίδιοι οι Ρωμιοί τα έλεγαν «Θεοφύλακτα». Ο Θεός όμως, δεν κατοικεί στις πέτρες και τα ντουβάρια. Κατοικεί στις ψυχές των ανθρώπων. Ψυχή ο αυτοκράτορας όμως δεν είχε..Ως γνήσιος δειλός, μόλις είδε τους σταυροφόρους έξω από τα τείχη, ξεσήκωσε 1000 λίβρες χρυσού απ τα ταμεία του κράτους κι έφυγε νύχτα και δίχως ελικόπτερο. Έρχονται τώρα άλλοι εκ των υστέρων και λένε «απειλείτο η ζωή του», όπως λένε και για να καλύψουν κάποιους σύγχρονους που μόλις είδανε τα σκούρα λάκισαν και το παίζουν αμίλητοι και πικραμένοι, κι ο κοσμάκης λέει « αυτός ήτανε καλός αλλά τον απειλούσανε με τη γυναίκα και τα παιδιά του» και παρηγορούνται με τα ψέματα και γλυτώνει κι ο
πολιτικός να πάει να συνεχίσει το playstation του που το άφησε στη μέση. Γιατί τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους..κι αν δεν έχεις απ αυτούς, τότε τι σκ.. ανακατεύεσαι? Ίσως, δεν έχεις με τι άλλο ν ασχοληθείς και είσαι και «πορφυρογέννητος». Σωστά, άλλωστε ποιά άλλη δουλειά ξέρουν να κάνουν οι «πορφυρογέννητοι»? Τρίχες.
Έτσι, από τυχοδιώκτη, προδότη του κράτους και σφετεριστή του θρόνου, να σου τον αυτοκράτορα τον πρίγκιπα Αλέξιο ( τον Προδότη τον λέμε αυτόν για να τους ξεχωρίζουμε κακόχρονο να χουν ) μαζί με τον τυφλό πατέρα του Ισσάκιο με τη βοήθεια των δυτικών σταυροφόρων και τις ευλογίες Ορθοδόξων και καθολικών..Ποιά ήτανε η πρώτη δουλειά του νέου αυτοκράτορα? Μα, να πληρώσει τους ξένους για τις υπηρεσίες τους..Χώρια από τα πανάκριβα δώρα που πήρανε οι ηγέτες των σταυροφόρων, οι Ρωμιοί τους πλήρωσαν (απ τα ταμεία του κράτους που λέγαμε?) 100.000 χρυσά. Γι αρχή..Γιατί οι σταυροφόροι τώρα..άλλαξαν τις απαιτήσεις τους και ζητούσαν κι άλλα, γιατί τα 100,000 ήτανε μόνο τα προαπαιτούμενα..δώρα ( ευτυχώς, μόνο τότε ). Με τον τρόπο αυτό, όπως περιγράφει κι ο Παντελής Καρύκας στο έργο του «η Τετάρτη σταυροφορία», «ο αυτοκράτορας ( ο λαός δηλαδή ) και πλήρωνε και χρεωμένος παρέμενε ( τι άλλαξε?).»
Αίντε λοιπόν να χορτάσουμε τους ευρωπαίους..Ψηφιδωτά χρυσά και πολύτιμοι λίθοι ξηλώθηκαν με τα τσεκούρια από τις εκκλησίες και τα παλάτια, χρυσά σκεύη αρπάχτηκαν όπου κι αν βρίσκονταν, όλα για λιώσιμο και χρήμα για να πληρωθεί..η δόση.. Αλλά πού να πληρωθεί? Ένα είναι το σίγουρο με τις δόσεις..Ότι μετά την πρώτη έρχεται η δεύτερη και μετά τη δεύτερη η τρίτη και ούτω καθεξής μέχρι την υπερβολική..
Βλέποντας όλα αυτά βέβαια, ο λαός αγανάκτησε. Αντί όμως να τα βάλει με τον Αλέξιο τον Προδότη ή Αλέξιο τον Δειλό ή τα ξένα καθάρματα που ήτανε έξω (ακόμα), από την Πόλη, τα έβαλε με τους δυτικούς κατοίκους μέσα στην Πόλη που ήτανε η πιο εύκολη λεία.. Κάηκαν λοιπόν σπίτια, εκκλησίες, καταστήματα και αποθήκες δυτικών ( τράπεζες Marfin δεν είχε ακόμη στην Πόλη τότε ). Την πλήρωσαν οι ξένοι έμποροι ως εκπρόσωποι της Δύσης. Μεταξύ μας, όλο και κάποιοι «υπερπατριώτες εθνικιστές» θα βρήκανε την ευκαιρία να βάλουν στο ηγιασμένο και ορθόδοξο χεράκι τους τις ξένες περιουσίες αλλά αυτές οι υποθέσεις είναι αντιχριστιανικές φαντασίες και προϊόν προπαγάνδας της νέας τάξης. Μάλιστα..
Όπου δράση και αντίδραση. Βρίσκουν μια ευκαιρία και τη δικαιολογία οι σταυροφόροι, μπαίνουν στην Πόλη κάποιοι απ αυτούς και τη βάζουν φωτιά..Αποτέλεσμα. Εκατόν πενήντα άνθρωποι κάηκαν ζωντανοί, άλλοι 100, 000 μείνανε άστεγοι, 182,000 εκτάρια αστικής περιοχής καήκανε ολοσχερώς και οι φλόγες έφτασαν στο προαύλιο της Αγίας Σοφίας..
Στο αδιέξοδο επάνω, να σου και βρίσκει ευκαιρία ένας άνθρωπος του παλατιού, «Πρωτοβεσιάριος» τον αναφέρει η ιστορία, τον κακό του τον καιρό λέμε εμείς, και παίρνει το θρόνο. Αλέξιος ( μα τι στο καλό τ όνομα το χει?) Μούρτζουφλος ήτανε τα
όνομά του ( μούρτζουφλες να είναι οι ώρες του). Αυτός ήτανε και ο μοιραίος άνθρωπος που οδήγησε την Πόλη και το λαό του στην τελική καταστροφή. Αυτός φυλάκισε ( κι έπειτα στραγγάλισε ) τον Αλέξιο τον Προδότη ( ο Αλέξιος ο Δειλός είχε προλάβει να φύγει..του δειλού η μάνα..) και δολοφόνησε έναν «ενδιάμεσο αυτοκράτορα» που κυβέρνησε για έξι μέρες μόνο και τ όνομά του ήτανε Νικόλαος Καναβός. Αφού γίνανε όλα αυτά τα χριστιανικότατα, άιντε πάλι οι στέψεις μετ Ορθοδόξου ακολουθίας στην Αγιασοφιά. Ο Αλέξης αυτός ήτανε τσαμπουκάς. Θυμήθηκε να το παίξει παλικάρι. Άλλωστε, αυτό είχε τάξει στους πληγωμένους υπηκόους του. Αντιπαράθεση με τους ξένους. Βουτάει 4000 άντρες και στήνει ένα καρτέρι σε 500 φράγκους ιππείς που επέστρεφαν μετά από μια λεηλασία της ελληνικής πόλης, Φίλια..Εδώ αγαπητέ νεοέλληνα η ιστορία σου δε μπορεί να πει το ηρωικό της παραμύθι… Τέσσερεις χιλιάδες Ρωμιοί σε παγάνα στημμένη να περιμένουν τους 500 να τους φάνε λάχανο, μόλις πιάστηκαν στη μάχη με τους Φράγκους τα κάναν στα βρακιά τους, τα παράτησαν όλα κι έτρεξαν να κλειστούν στα τείχη, κι ο «ηρωικός» αυτοκράτορ Αλέξης ( πρέπει ν απαγορευτεί δια Νόμου στους Αλέξιους να γίνονται αυτοκράτορες ή πρωθυπουργοί δεν πάει άλλο ) πάνω στο φευγιό του πέταξε και την θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς που είχε μαζί του, ο ευσεβέστατος Βασιλεύς..
Μετά την ήττα και την ξευτίλα, σειρά τί έχει? Η διαπραγμάτευση φυσικά. Πήγε ο ίδιος να διαπραγματευτεί με τους σταυροφόρους, τους έταξε 90,000 χρυσά, ζητούσαν κι άλλα, δεν τα βρήκανε. Χαζοί ήτανε? Εδώ πήγανε ξεβράκωτοι και θα φεύγανε βασιλιάδες, το τσουτσέκι που πετάει τις εικόνες της Πίστης του πάνω στον πανικό του θα σεβότανε οι Δυτικοί? Κάνανε μια επίθεση στα θαλάσσια τείχη, άλλοι άνοιξαν και μια πύλη από μπροστά με τα σπαθιά τους, μπήκανε στην Πόλη οι σταυροφόροι, κάψανε ό,τι ήτανε για κάψιμο, κλέψανε ό,τι ήτανε για κλέψιμο, βιάσανε ό,τι ήτανε για βιασμό και σκοτώσανε τα υπόλοιπα. Αντίο Ρωμείκο..
Η ιστορία που διαβάσατε αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, καταγεγραμμένα σε ιστορικά βιβλία και είναι πέρα για πέρα αληθινή. Πάσα ομοιότης με τα σύγχρονα τεκταινόμενα είναι επίσης δικαιολογημένη κι ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του..Βγάζω κι εγώ το δικό μου..
Ο μικρός Νικόλας κρατάει ένα παιχνίδι στο πάρκο. Του το αγόρασε η μαμά του. Τον μικρό Νικόλα δεν τον απασχολεί ούτε πόσο το αγόρασε η μαμά του, ούτε πόσοι δούλεψαν για να το φτιάξουν. Αν τον απασχολούσαν αυτά, δεν θα ήτανε ο μικρός Νικόλας..Ο μικρός Νικόλας, αφήνει το παιχνίδι που κρατάει και πάει να κάνει κούνια με τη μικρή Μαρία..Επιστρέφοντας, διαπιστώνει πως το παιχνίδι του χάθηκε. Ίσως κάποιος να του το πήρε..Τώρα ο μικρός Νικόλας κλαίει και ζητάει από τη μαμά του το αγαπημένο του παιχνίδι. Η μαμά του μικρού Νικόλα, δεν θα τον μαλώσει γιατί δεν φύλαξε το αγαπημένο του παιχνίδι που τόσο αγαπούσε και παράτησε αφύλακτο. Θα τα βάλει με τη μασωνική και κλέφτρα κοινωνία.. Κι έτσι ο μικρός Νικόλας θα συνεχίσει να κλαίει και δεν θα καταλάβει πως ό,τι αγαπάμε το σεβόμαστε..
Γ.Π.